«Οι εργαζόμενοι μας είναι οικογένειά μας, καλώς τους δίνονται αυξήσεις αλλά πρέπει να υπάρχουν και οι κατάλληλες οικονομικές συνθήκες ώστε να δοθούν αυτές», δήλωσε ο πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου, Γιάννης Κελγιώργης
Δεν ξεκίνησαν ενθαρρυντικά οι χειμερινές εκπτώσεις και στην αγορά της Καβάλας. Σύμφωνα με τον πρόεδρο του Εμπορικού Συλλόγου κ. Γιάννη Κελγιώργη το πρόβλημα της μη αποκλιμάκωσης των τιμών των βασικών ειδών ανάγκης είναι το μεγάλο πρόβλημα.
Συγκεκριμένα δήλωσε ότι «οι εκπτώσεις δεν ξεκίνησαν καλά και πώς να ξεκινήσουν καλά όταν δεν βλέπουμε αποκλιμάκωση των τιμών στα είδη πρώτης ανάγκης. Από τη στιγμή που οι τιμές στα ράφια των Σούπερ Μάρκετ και των καταστημάτων τροφίμων συνεχίζουν να είναι οι τιμές σε υψηλά ιστορικά ρεκόρ, όλο και περισσότερο τα διαθέσιμα των καταναλωτών θα είναι λιγότερα προκειμένου να αγοράσουν κάτι που τους άρεσε σε μια βιτρίνα, ένα ρούχο ή ένα ζευγάρι παπούτσια. Εκτός αν είναι απαραίτητη ανάγκη κι αυτό θα το κάνουν με πολύ φειδώ και έρευνα αγοράς. Και μετά από έναν ή δύο μήνες να μιλήσουμε, η κατάσταση θα είναι ακριβώς η ίδια, μιας και δεν έχουμε καθόλου αποκλιμάκωση τιμών στα είδη βασικής διατροφής μας».
ΑΥΞΗΣΗ ΣΕ ΟΛΑ
Για την αύξηση των Δημοτικών Τελών είπε ότι «αυξάνονται τα τέλη, έχουμε νέο φορολογικό σύστημα με αναδρομική ισχύ και θα κληθούμε να το πληρώσουμε με τις φορολογικές δηλώσεις που θα υποβάλλουμε φέτος την άνοιξη. Έχουμε διασυνδέσεις με καινούργια POS στα καταστήματα, έχουμε τις τριετίες των εργαζομένων, τις αυξήσεις στις ασφαλιστικές εισφορές και τα εισοδήματα των καταναλωτών λιγότερα, με συνέπεια χαμηλότερους τζίρους στις επιχειρήσεις μας.
Γι’ αυτό είπαμε ότι, τουλάχιστον η Δημοτική Αρχή έπρεπε στο θέμα των ανταποδοτικών τελών να σταθεί αρωγός μας στην συγκεκριμένη περίπτωση. Έχουμε μία δυσβάσταχτη αύξηση, όπως είπαμε και στο Δημοτικό Συμβούλιο όταν παραβρεθήκαμε σύσσωμο το Δ.Σ., ότι τουλάχιστον έπρεπε να ανασταλούν τα δημοτικά τέλη ή να πάμε σε διαβούλευση πριν κατέβει το συγκεκριμένο θέμα για ψήφιση. Δεν μπορούμε να σηκώσουμε άλλο ένα βάρος ως αγορά.
Οι εργαζόμενοι μας είναι οικογένειά μας, καλώς τους δίνονται αυξήσεις αλλά πρέπει να υπάρχουν και οι κατάλληλες οικονομικές συνθήκες ώστε να δοθούν αυτές οι αυξήσεις. Όταν τα ταμεία είναι καθημερινά μειούμενα σε σχέση με τις προηγούμενες χρονιές, μία επιχείρηση δεν μπορεί να δεχθεί αυτό το βάρος. Ειδικά αν ένας εργαζόμενος δουλεύει για αρκετά χρόνια, προστίθενται ως 3 τριετίες. Αυτό ανεβάζει το μισθό του περίπου στις 4500-5000 ευρώ ετησίως, ένα κόστος που έρχεται να προστεθεί σε όλα τα προηγούμενα. Δεν μπορούμε να αισιοδοξούμε διότι δεν βλέπουμε καμία αύξηση των εισοδημάτων αλλά και καμία μείωση των προϊόντων της καθημερινότητας. Και σε δύο και σε τρεις μήνες να μιλάμε, θα λέμε πάλι τα ίδια πράγματα μιας και δεν έχουμε καμία διαφορά στο πορτοφόλι μας».

