ΕκδηλώσειςΚύριο άρθρο

Εκδήλωση ονοματοδοσίας της αίθουσας Δικηγόρων του Δικηγορικού Συλλόγου Καβάλας σε «Αίθουσα Ιωάννη Ν. Παναγιωτόπουλου»

Σήμερα  Παρασκευή   στις  12.00 μ.μ., στο αίθριο του Δικαστικού Μεγάρου Καβάλας, έλαβε  χώρα εκδήλωση ονοματοδοσίας της αίθουσας Δικηγόρων του Δικηγορικού Συλλόγου Καβάλας σε «Αίθουσα Ιωάννη Ν. Παναγιωτόπουλου», πρώην προέδρου του συλλόγου. Ομιλητής στην εκδήλωση για το έργο του επί δεκαοκτώ έτη από 1978-1996  Προέδρου του Δικηγορικού  Συλλόγου Καβάλας αείμνηστου Ιωάννη Παναγιωτόπουλου ήταν  ο πρώην Πρόεδρος του  Δικηγορικού Συλλόγου Καβάλας Αθανάσιος Γ. Αθανασίου.

Μεταξύ άλλων στην ομιλία του ανέφερε τα εξής:

«Με χαρά μου ξαναβλέπω όλες και όλους εσάς που λειτουργήσατε κατά καιρούς ως δικαστές είτε ως εισαγγελείς στο Πρωτοδικείο μας. Η σημερινή συγκυρία της παρουσίας σας εδώ μου δίνει την ευκαιρία να σας απευθύνω θερμές ευχαριστίες, εκφράζοντας τόσο  τα προσωπικά μου όσο και τα συναισθήματα των δικηγόρων, που συνέπεσε το επαγγελματικό τους ξεκίνημα με την θητεία σας στο Πρωτοδικείο Καβάλας.

Ευχαριστίες, γιατί με τον τρόπο που ασκήσατε τα καθήκοντά σας, πέρα από την προαγωγή και βελτίωση της ποιότητας απονομής της δικαιοσύνης στην πόλη μας, ταυτόχρονα λειτουργήσατε σαν ένα πολύτιμο σχολείο για όλους εμάς τους τότε  νεαρούς δικηγόρους.

Ένα μεγάλο όμως  ευχαριστώ  και σε αυτούς που δυστυχώς δεν  μπόρεσαν να είναι σήμερα μαζί μας. Δεν θα ήθελα να εξαντλήσω την σημερινή μου αναφορά στον Γιάννη Παναγιωτόπουλο (ΓΠ) με την εκφορά μιας λιγότερο ή περισσότερο τυπικής νεκρολογίας.

Είμαι βέβαιος ότι ούτε ο ίδιος θα ήθελε κάτι τέτοιο. Γεννήθηκε το 1934 στην Καβάλα, ξεκίνησε την δικηγορία του το 1961 και αποχώρησε από αυτήν το 2008. Διετέλεσε πρόεδρος του ΔΣΚ από το 1978 μέχρι το 1996 και υπήρξε μια εμβληματική μορφή του Συλλόγου μας.

Αγαπούσε την ζωή  και τους ανθρώπους. Ήθελε να βρίσκεται σε επαφή με τους νεότερους, πολύ δε περισσότερο  με τους νέους συναδέλφους του. Μόνιμη παραίνεσή του στις κατ’ ιδίαν συναντήσεις μας, να προσέχουμε και να φροντίζουμε ιδιαίτερα τους νέους δικηγόρους.

Γνώριζε τις απαιτήσεις  της δικηγορίας αλλά και το αξιακό καθεστώς, που οριοθετούσε  την άσκησή της και προσδιορίζονταν από τον Κώδικα Δικηγόρων του ΝΔ 3026/1954 και από τον Κώδικα Δεοντολογίας του 1980, σε μια εποχή που σύμφωνα  με τα τότε ισχύοντα, συνιστούσε πειθαρχικό παράπτωμα ακόμη και η δημιουργία χρεών από δικηγόρο.

Η δικηγορία έπαυσε να είναι κλειστό επάγγελμα περί τα μέσα της δεκαετίας του 1970. Έκτοτε μεγάλος αριθμός νέων δικηγόρων εγγράφηκε και εξακολουθεί να εγγράφεται στους Δικηγορικούς Συλλόγους. Η υποστήριξη των νεοεισερχομένων δικηγόρων στον ΔΣΚ, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η στοιχειώδης ευχέρεια αξιοπρεπούς άσκησης του λειτουργήματος, από τα πρώτα στάδια της δικηγορίας τους, αποτελούσε ένα από τα καίρια μελήματά του ΓΠ.

Ήταν μια πρακτική που αποσκοπούσε στο να κάνει πιο άνετη την επαγγελματική και όχι μόνο ζωή των νεότερων δικηγόρων αλλά συντελούσε και στην κατά το δυνατόν απάμβλυνση των ανισοτήτων μεταξύ αυτών και των πρεσβυτέρων συναδέλφων τους.

Αναλογισθείτε ότι αναφερόμαστε σε εποχές, κατά τις οποίες οι εν ζωή συνταξιούχοι δικηγόροι μετρούνταν στα δάκτυλα του ενός χεριού. Η ενδυνάμωση-ενίσχυση του ιδρυθέντος το 1954 κοινού ταμείου αλληλοβοηθείας μεταξύ των μελών του ΔΣΚ, η καθιέρωση κοινού Ταμείου απαλλοτριώσεων και η συμμετοχή των δικηγόρων Καβάλας  στον ΛΕΔΕ, ήταν εργαλεία που χρησιμοποιήθηκαν κυρίως  για την στήριξη των νέων δικηγόρων αλλά και για την εξομάλυνση των όρων ανταγωνισμού μεταξύ των μελών του Συλλόγου μας.

Δυστυχώς τα περισσότερα από αυτά τα εργαλεία είτε έχουν πια καταργηθεί, είτε εν πολλοίς αποδυναμωθεί,  με αποτέλεσμα ο Γιάννης Παναγιωτόπουλος να με παρακολουθεί με δυσάρεστη έκπληξη, ενώ του περιέγραφα την νέα διαμορφωθείσα και ισχύουσα πλέον στις μέρες μας κατάσταση πραγμάτων.

Καίτοι  εξαιρετικά καταρτισμένος στο θεωρητικό επίπεδο και πάντοτε ενημερωμένος με τα πρόσφατα νομολογιακά δεδομένα, ιδιαίτερη σημασία απέδιδε στην ουσία των υποθέσεων, που κάθε φορά χειριζόταν και οι οποίες κάθε άλλο παρά λίγες ήταν.

Η άποψη του εντολέα του ήταν κατευθυντήρια αλλά όχι δεσμευτική . Δεν δίσταζε, αφού είχε πλέον  μελετήσει την υπόθεση, να εκφράσει την δική του άποψη και πρόταση, ακόμη και όταν  αυτή ήταν εντελώς διαφορετική, ακόμη και δυσάρεστη, για τον εντολέα του.

Δεν σας κρύβω και το έζησα αρκετές φορές, ότι υπήρξαν πολλές περιπτώσεις υποθέσεων στις οποίες ουσιαστικά επέβαλε την άποψή του και την ακολουθητέα προτεινόμενη λύση, όταν πλέον πίστευε απόλυτα σ’ αυτήν και την τεκμηρίωνε ισχυρά σε νομικό και πραγματικό πεδίο.

Η εμπιστοσύνη και το κύρος που περιέβαλε το όνομά του, η δυναμική του χαρακτήρα του αλλά και η πειστικότητα της επιχειρηματολογίας του δεν σου άφηναν πολλά περιθώρια να αντιλέξεις.

Με την πρακτική αυτή, ουσία μία πρώιμης μορφής διαδικασία διαμεσολάβησης, οδήγησε πολλές υποθέσεις του σε ταχεία, επιτυχή εξώδικη επίλυση και για τους δύο αντιδίκους και μάλιστα σε μια εποχή στην οποία η αρχή του  win-win ήταν ακόμη άγνωστη.

Η σοβαρότητα, η εντιμότητα, η κατάρτιση, η ευγένεια και η συνέπεια δημιούργησαν και θωράκισαν το επαγγελματικό του κύρος και την αξιοπιστία του, στοιχεία απαραίτητα για την υιοθέτηση των απόψεών του από το δικαστήριο και τους εντολείς του αλλά κα από τους αντιδίκους.

Εξ αιτίας όλων των παραπάνω εμείς οι νεοσσοί τότε της δικηγορίας στην Καβάλα, αντιμετωπίζοντάς τον με δέος και σεβασμό, στις εντελώς μεταξύ μας συζητήσεις, τον αποκαλούσαμε, χαριτολογώντας, Sir John.

Αν κάποιος από τους εντολείς του παραβίαζε τα ήδη  συμφωνηθέντα,  διέκοπτε αμέσως τον χειρισμό  της υπόθεσης.

Διέθετε μεγάλη κατανόηση για τους ανθρώπους, τις ανθρώπινες αδυναμίες και σφάλματα. Δεν διέθετε όμως κανένα περιθώριο ανοχής στην έλλειψη συνέπειας.

Εξ ίσου αυστηρός ήταν και με τον εαυτό του. Δεν διανοούνταν να αμφισβητηθεί από τρίτους ο λόγος του,  γιατί πραγματικά εννοούσε μέχρι κεραίας αυτό που έλεγε και με κάθε τρόπο φρόντιζε να υλοποιηθούν όλα όσα είχαν συμφωνηθεί, στοχεύοντας πάντοτε στην εξυπηρέτηση του καλώς εννοουμένου συμφέροντος των εντολέων του.

Ο εντοπισμός του πυρήνα της διαφοράς σε κάθε υπόθεση, η ανθρώπινη συμμετοχή σε αυτήν και η επίτευξη μιας δίκαιης συμφωνίας για την επίλυσή της, ήταν κανόνας και απαρέγκλιτη προτεραιότητά  στον χειρισμό των υποθέσεών του.

Δεν ήταν εύκολος αντίπαλος, ως δικηγόρος,  όταν η υπόθεση φέρονταν να δικαστεί ενώπιον των δικαστηρίων.

Ήταν ευγενής στις αντιδικίες του. Ποτέ δεν συμπεριφέρονταν μειωτικά απέναντι σε συναδέλφους του. Όταν όμως μέσα στην ένταση της αντιδικίας δέχονταν βολές από την άλλη πλευρά, δεν δίσταζε να ανταποδώσει, πάντοτε κόσμιος με το γνωστό καυστικό και μερικές φορές ισοπεδωτικό χιούμορ που τον διέκρινε.

Προς τους νεότερούς του ήταν ιδιαίτερα φιλόφρων. Δεν θα λησμονήσω ποτέ την χαρά που εισέπραξα, όταν ως ασκούμενος και υπερασπιζόμενοι ο καθ’ ένας από εμάς, δύο συγκατηγορουμένους, δέχθηκα τα συγχαρητήριά του μετά το πέρας της δίκης, το αποτέλεσμα της οποίας ευνοούσε τον εντολέα μου αλλά όχι και τον δικό του.

Τέτοια επαγγελματική χαρά δεν νομίζω να ξαναπήρα στα σαράντα δύο χρόνια άσκησης της δικηγορίας μου.

Ο ΓΠ ήταν σκληρός και πεισματάρης στις αντιδικίες του, εφ’ όσον είχε πεισθεί πραγματικά για το δίκαιο των θέσεών του εντολέα του, τις οποίες υποστήριζε με πάθος.

Την ένταση της αντιδικίας όμως την περιόριζε μέσα στο πλαίσιο των δικονομικών κανόνων και του Κώδικα Δεοντολογίας,  επιστρατεύοντας πάντα την χαρακτηριστική αστική του ευγένεια.

Περί το 1981, σε μια από τις πρώτες αγωγές μου, ως ασκούμενος ακόμη, στράφηκα εναντίον εντολέα και προσωπικού φίλου του.  Ζήτησε να με δει στο γραφείο του. Θα ήταν η πρώτη κατ’ ιδίαν συνάντησή μας και φαντάζεστε πως αισθανόμουν! Ο ασκούμενος δικηγόρος  να διαπραγματεύεται με τον πρόεδρό του!!!     Αναγνωρίζοντας την βασιμότητα της αγωγής μου, υποσχέθηκε την εξόφληση της αξίωσης εντός μηνός. Πάνω στην λαχτάρα και στην αγωνία μου αλλά και στον ενθουσιασμό μου για την επιτυχή κατάληξη της συνάντησής μας, ξέχασα να ζητήσω την κατάρτιση ενός συμφωνητικού, εξομολογηθείς την παράβλεψή  στον ηλικιωμένο δάσκαλό μου, που με περίμενε στο γραφείο του.

«….. Μην ανησυχείς. Αφού σου το είπε ο Γιαννάκης, έτσι θα γίνει….» ήταν τα λόγια του δάσκαλου μου και έτσι πραγματικά έγινε…….

……..Ο ΓΠ κρατούσε το πηδάλιο του Συλλόγου μας από το 1978 μέχρι το 1996. Διετέλεσε δηλ. πρόεδρος για έξι συνεχόμενες θητείες. Το συνολικό μήκος των θητειών του είναι εντυπωσιακά μεγάλο και μάλλον αξεπέραστο. Είναι βέβαιο ότι σε όλη την διάρκεια αυτής της παρατεταμένης τιμητικής αλλά και εξουθενωτικής θητείας ενίσχυσε και φρόντισε με κάθε τρόπο τον ΔΣΚ και τα μέλη του, όντας παράλληλα μέλος της Συντονιστικής Επιτροπής της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικ. Συλλόγων της χώρας μας.

Πρέπει όμως να λεχθεί ότι οι κατ’ επανάληψη ανανεώσεις των θητειών του έλαβαν χώρα, τουλάχιστον οι περισσότερες, μέσα από διαδικασίες λεπτών ισορροπιών  και μερικές φορές κυριολεκτικά οριακών πλειοψηφιών και μάλιστα σε εποχές κατά τις οποίες η πολιτική πόλωση βρίσκονταν σε ακραία ένταση με συνέπεια την ενίσχυση των αντιπαραθέσεων και των αμφισβητήσεων προσώπων και πραγμάτων.

Η σοβαρότητα και η εμπιστοσύνη, που απέπνεε, η στιβαρότητα, με την οποία χειρίζονταν τα θέματα του ΔΣΚ αλλά και η εντελώς προσωπική του γοητεία, δημιούργησαν τις προϋποθέσεις να κατισχύσει στις κατά καιρούς αρχαιρεσίες, έχοντας ανθυποψηφίους για το τιμητικό αξίωμα του προέδρου, άξιους καθ΄όλα συναδέλφους, με τους οποίους όχι μόνο συνεργάσθηκε στην συνέχεια, αφήνοντας πίσω την αντιπαλότητα των εκλογών αλλά δεν δίστασε  μεταγενέστερα και να τους συνδράμει, όταν αυτό του ζητήθηκε από κάποιους.

Η   τιμητική ιδιότητα  του προέδρου του ΔΣΚ του ήταν υπεραρκετή. Αρνήθηκε συστηματικά την ανάληψη οποιασδήποτε άλλης θέσης και αξιώματος.

Από την θέση του προέδρου  μπόρεσε και έφερε σε πέρας το εγχείρημα της απόκτησης της κυριότητας από τον Σύλλογό μας των δύο διαμερισμάτων της Παύλου Μελά  και την διαμόρφωση τους σ’ ένα ενιαίο χώρο, απαραίτητο για τις ανάγκες λειτουργίας του. Έτσι ο ΔΣΚ συγκαταλέγεται σε έναν από τους πολύ λίγους , μικρούς συλλόγους, που διαθέτουν ιδιόκτητα γραφεία και χώρο εκδηλώσεων…..

……..Εδώ οφείλω να σημειώσω ότι τις επιτυχημένες κατά σειρά θητείες του δεν τις απέδιδε αποκλειστικά στις δικές του προσπάθειες. Συχνά-πυκνά μου ανέφερε ότι είχε την τύχη, κατά την διάρκεια των θητειών του, να περιβάλλεται και να συνεπικουρείται από άξιους συνεργάτες, χωρίς την βοήθεια των οποίων ήταν βέβαιος ότι θα πετύχαινε πολύ λιγότερα. Σαν αθλητής του water polo στον ΝΟΚ, στα νιάτα του,  εκτιμούσε και θαύμαζε την ατομική προσπάθεια, αλλά από την νεαρή του ηλικία γνώριζε ότι μόνο το ομαδικό, με στρατηγική, παιχνίδι, είναι αυτό που  δίνει στην ομάδα την νίκη.

….Εκλέχτηκα από τους συναδέλφους μου για πρώτη φορά σύμβουλος το 1990, με πρόεδρο τον ΓΠ. Κατά την διάρκεια της θητείας αυτής διαφώνησα μαζί του για μια ιδιαίτερη προσέγγιση διάταξης του Κώδικα Δικηγόρων και παραιτήθηκα γιατί δεν πείσθηκε ούτε αυτός αλλά ούτε και το ΔΣ από τα, όπως τότε πίστευα, ακλόνητα επιχειρήματά μου. Δεκαετίες μετά το έγγραφο της παραίτησής μου βρίσκονταν στο sous main του γραφείου του και δεν ήταν λίγες οι φορές που το βλέπαμε μαζί και το σχολιάζαμε χαριτολογώντας και ανατρέχοντας σε παλαιότερες εποχές.

….Δεν λησμονούσε ποτέ όποιον διαφωνούσε μαζί του αλλά ξέρω και μου το έδειξε και ο ίδιος με πολλούς τρόπους, ότι εκτιμούσε την ελεύθερη και ανεξάρτητη σκέψη και φωνή. άσχετα αν ο ίδιος συμφωνούσε ή διαφωνούσε.

Όταν συνταξιοδοτήθηκε το 2008 και αποσύρθηκε από την άσκηση της δικηγορίας , συχνά μου έλεγε πόσο χαίρονταν που είχε πλέον χρόνο  και μπορούσε να χαρεί δύο μεγάλες του αγάπες: την θάλασσα και τα βιβλία.

Για μεγάλο διάστημα δεν υπήρξε συζήτησή μας που να μην καταλήξει στο έργο κάποιου αρχαίου έλληνα κλασικού, τους οποίους διάβαζε μετά μανίας.

Αρκετές φορές, όταν επιστρέφαμε για το σπίτι του, κάπως αργά, μετά από συναντήσεις με φίλους, μου έλεγε πως ποτέ δεν φανταζόταν ότι θα ζούσε τόσο πολύ.

Άλλες φορές στο γραφείο του ανέσυρε φωτογραφίες παλαιοτέρων εποχών με τον πατέρα του, τους αδελφούς του, από την στρατιωτική του θητεία, αλλά και από τις πρώτες του θητείες, ως πρόεδρος.

Μου περιέγραφε σκηνές από την περίοδο της Κατοχής και του εμφυλίου, που είχε ζήσει σαν παιδάκι τόσο στην Ανδρίτσαινα όσο και στην Καβάλα τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.

Αναφερόταν με νοσταλγία και θλίψη σε οικείους, σε φίλους και γνωστούς, που είχε χάσει αλλά και με χαρά για τους φίλους του σε όλη την Ελλάδα, που επικοινωνούσαν μαζί του με κάθε ευκαιρία.

Απολάμβανε την αίσθηση ότι δεν είχε ξεχαστεί, παρά το ότι είχε χρόνια να τους δει, από  ανθρώπους με τους οποίους στο παρελθόν είχαν έρθει σε επαφή για διάφορους λόγους και αιτίες.

Τελευταία φορά συνάντησα τον ΓΠ στο σπίτι του στο Παλιό, ένα όμορφο φθινοπωρινό απόγευμα , τέλη Σεπτεμβρίου του 2023.

Με κάλεσε για να μου χαρίσει την στρατιωτική κασέλα του γιατρού, πατέρα του, Νίκου Παναγιωτόπουλου, την οποία χρησιμοποίησε ως έφεδρος στρατιωτικός ιατρός στις εκστρατείες της Κριμαίας. της Μικράς Ασίας και στον πόλεμο του 1940/41.

 

Η χειρονομία αυτή, παρουσία του γιού του, συναδέλφου μας και υπουργού, φυσικό επόμενο ήταν να με συγκινήσει ιδιαίτερα. Έβλεπα ότι ετοιμάζεται να μετακινηθεί από το Παλιό στην Καβάλα, μια και η ηλικία του απέκλειε πια την  οδήγηση.

Γνωρίζοντας τον ισχυρό δεσμό και την αγάπη του για την περιοχή και την θάλασσα, εκείνο το απόγευμα, καθώς τον χαιρετούσα, ήξερα ότι μάλλον είναι η τελευταία φορά που τον έβλεπα όρθιο και γερό στο περιβάλλον που αγαπούσε.

Δυστυχώς οι φόβοι μου επαληθεύθηκαν τρεις μήνες μετά. Ο ΓΠ έφυγε από την ζωή στις 2-1-2024. Ο ΔΣΚ αποφάσισε την ονοματοδοσία της αίθουσας των δικηγόρων στο Δικαστικό αυτό Μέγαρο, σε αίθουσα Γιάννη Παναγιωτόπουλου.

Αρκετά χρόνια πριν, με απόφασή του  τον ανακήρυξε επίτιμο δικηγόρο, ενώ ακολούθησαν και άλλες γι’ αυτόν εκδηλώσεις τιμής και από την Ολομέλεια των Προέδρων  για την προσφορά του στην δικηγορία και την προάσπιση των δημοκρατικών αρχών.

Η μεγαλύτερη τιμή όμως για τον ΓΠ, πέραν των διαφόρων σχετικών εκδηλώσεων και τελετών, είναι η αναγνώριση της παρακαταθήκης που μας άφησε για τον τρόπο άσκησης της δικηγορίας με γνώση, ορμή, εντιμότητα., ευγένεια, συνέπεια και αποτελεσματικότητα.

Αυτή η παρακαταθήκη πέρασε σε εμάς που ακολουθήσαμε ως επίγονοι και θέλω να πιστεύω ότι φανήκαμε άξιοι συνεχιστές αυτής της στάσης ζωής που επέδειξε απέναντι στην δικηγορία.

Ο  ΓΠ  μπορεί να έχει φύγει από κοντά μας, άφησε όμως πίσω του ένα πρότυπο δικηγόρου που θα πρέπει, τηρουμένων των αναλογιών μεταξύ των εποχών, να συνεχίσουν να το ακολουθούν οι νεότεροι, για τους οποίους ας αποτελέσει οδηγό και έμπνευση.

Ας μην ξεχνάμε αυτό που έγραψε τον προπερασμένο αιώνα ο Rudolf von Jhering: « Η δίκη δεν είναι απλούν ζήτημα συμφέροντος. Είναι ζήτημα χαρακτήρος:  Υπεράσπισις ή εγκατάλειψις της προσωπικότητος.

Τελικά ίσως εκείνη η στρατιωτική κασέλα του πατέρα του, που μου χάρισε λίγο πριν αποχαιρετήσει την αγαπημένη του θάλασσα, να ήταν για τον Γιάννη Παναγιωτόπουλο το δικό του σύμβολο παράδοσης από γενιά σε γενιά. Ένας τρόπος εντελώς δικός του για να μας πει «συνεχίστε».